Το Naked Gun δεν προσπαθεί να αναπαράγει ακριβώς τη χημεία του παρελθόντος. Αντίθετα, επιχειρεί κάτι πιο δύσκολο: να φέρει την παραδοσιακή παρωδία στο σήμερα, με σεβασμό στο πρωτότυπο και ένα νέο, απρόσμενα ταιριαστό πρωταγωνιστή.
Ο Λίαμ Νίσον ως Φρανκ Ντρέμπιν Τζούνιορ αποδεικνύει ότι το deadpan χιούμορ του ταιριάζει γάντι στην κωμική παραδοξότητα του ρόλου. Δεν προσπαθεί να μιμηθεί τον Λέσλι Νίλσεν, αλλά δημιουργεί μια δική του εκδοχή του αδέξιου ντετέκτιβ, που λειτουργεί εξαιρετικά στις πιο σουρεαλιστικές στιγμές της ταινίας.
Η Πάμελα Άντερσον, στον ρόλο-έκπληξη της Μπεθ Ντάβενπορτ, φέρνει μια αβίαστη γοητεία και αυτοσαρκασμό που ενισχύει τον τόνο της ταινίας, ενώ ο Ντάνι Χιούστον, ως κακός της υπόθεσης, προσθέτει έναν ευχάριστα υπερβολικό αντίπαλο.
Το χιούμορ βασίζεται σε γρήγορα λογοπαίγνια, φυσική κωμωδία και έξυπνα gags – όχι όλα επιτυχημένα, αλλά αρκετά για να διατηρήσουν το γέλιο σταθερό. Το σενάριο ισορροπεί ανάμεσα στο οικείο και το νέο, αποφεύγοντας την παγίδα του άστοχου νοσταλγικού μιμητισμού.
Αν και δεν αγγίζει τη σαρωτική αναρχία των αυθεντικών Τρελών Σφαιρών, η νέα εκδοχή είναι απολαυστική, γεμάτη ζωντάνια και κυρίως, ειλικρινής απέναντι στο είδος που εκπροσωπεί. Είναι μια κωμωδία που σέβεται το κοινό της, ακόμη κι όταν δεν βρίσκει απόλυτα τον στόχο.
Εν κατακλείδι, το Naked Gun δεν είναι η επανάσταση στο είδος – αλλά είναι μια αναζωογονητική υπενθύμιση του πόσο έχουμε ανάγκη τις κωμωδίες αυτού του είδους. Με καλές ερμηνείες, στιβαρή σκηνοθεσία και στιγμές αυθεντικού γέλιου, το reboot πετυχαίνει αυτό που υπόσχεται: να κάνει τον θεατή να γελάσει ξανά με τα ανόητα, χωρίς να νιώθει ενοχές.
The Naked Gun: Η ετυμηγορία







Απάντηση