Τριάντα δύο χρόνια μετά το πρώτο «Jurassic Park» του Στίβεν Σπίλμπεργκ, η νέα προσθήκη στο franchise με τίτλο «Jurassic World: Rebirth» επιχειρεί ένα είδος κινηματογραφικής «κάθαρσης» από την κόπωση που προκάλεσαν οι πρόσφατες συνέχειες. Η έβδομη ταινία του δεινοσαυρικού saga, με δημιουργούς τους Ντέιβιντ Κόεπ (σεναριογράφος του αυθεντικού «Jurassic Park») και Γκάρεθ Έντουαρντς (γνωστό για το «Godzilla»), επαναφέρει την έννοια του ανθρώπινου δέους μπροστά στο προϊστορικό άγνωστο, κόβοντας ταχύτητα από την υπερβολή των ψηφιακών εφέ.
Στο «Rebirth», ο θεατής δεν περιμένει την επιστροφή παλιών χαρακτήρων, αλλά καλωσορίζει ένα εντελώς νέο καστ που κινείται με ρυθμούς παλιομοδίτικης pulp περιπέτειας: Η Ζόρα Μπένετ (Σκάρλετ Γιόχανσον), πρώην μισθοφόρος με μπλοκαρισμένη ηθική πυξίδα, αναλαμβάνει αποστολή αυτοκτονίας σε απαγορευμένο νησί όπου οι δεινόσαυροι ζουν – και μεταλλάσσονται. Δίπλα της, ο «βιβλιοφάγος» παλαιοντολόγος Χένρι Λούμις (Τζόναθαν Μπέιλι), μαθητής του Δρ. Γκραντ, κουβαλά τη θεωρητική γνώση αλλά καμία εμπειρία με πραγματικά σαρκοφάγα 20 μέτρων.
Ο Ρούπερτ Φρεντ ως επικεφαλής μιας σκιώδους φαρμακευτικής, κινεί τα νήματα για τη συλλογή DNA από τα πιο επικίνδυνα είδη (ανάμεσά τους, ο επιβλητικός Μοσασαύρος, ο Τιτανοσαύρος και ο ιπτάμενος Κετσαλκοάτλους), με σκοπό που φυσικά δεν είναι αθώος. Το σενάριο αποφεύγει τη φτηνή επανάληψη των προηγούμενων φιλμ της τριλογίας «Jurassic World» και υιοθετεί έναν πιο ανθρώπινο τόνο, τοποθετώντας τη δράση σε φυσικές τοποθεσίες και γυρισμένο σε φιλμ, στοιχείο που προσδίδει μια σπάνια υλικότητα στην εμπειρία.
Οι σκηνές δράσης είναι καλοζυγισμένες και χτισμένες με τέμπο και σασπένς – όχι απλώς με φασαρία και slow motion. Σε ένα highlight της ταινίας, ο Μοσασαύρος ξεπροβάλλει από τη θάλασσα σαν φάντασμα, σε μια σκηνή που θυμίζει «Τα Σαγόνια του Καρχαρία» παρά χολιγουντιανό rollercoaster. Αλλά η ταινία δεν μένει μόνο εκεί: με λεπτομέρειες όπως ο μικροσκοπικός, φυτοφάγος Aquilops που υιοθετεί ένα μικρό κορίτσι, ο Έντουαρντς φλερτάρει με το ερώτημα αν αυτοί οι οργανισμοί έχουν δικαίωμα ύπαρξης, και όχι μόνο ρόλο-αντίπαλο στο σενάριο.
Η επιστροφή της πρακτικής κινηματογράφησης και η επιλεκτική χρήση των CGI εφέ προσφέρουν μια ανάσα από τον τεχνητό κόσμο των πρόσφατων «World». Το ίδιο και η επιλογή να μην τιμήσουν την «παράδοση» των καρικατουρίστικων χαρακτήρων που τρώγονται στα πρώτα δέκα λεπτά για να ενισχυθεί το body count. Εδώ, ακόμη και οι πιο απίθανοι επιζώντες –όπως ο χαζοχαρούμενος boyfriend Ξαβιέ, που αρχικά φαίνεται αναλώσιμος– αποκτούν βάθος και εξελίσσονται.
Παρόλα αυτά, το «Rebirth» δεν καταφέρνει να απαντήσει γιατί χρειάζεται να υπάρχει. Είναι ένα καλοστημένο reboot, μια περιπέτεια που σέβεται τις ρίζες της, όμως δεν προσθέτει κάτι ουσιαστικό στο μυθολογικό βάθος του «Jurassic». Όπως και το DNA των πλασμάτων της, έτσι και η ταινία είναι κατασκευασμένη από παλιά υλικά – μόνο που αυτή τη φορά, το αποτέλεσμα δείχνει πολύ πιο ζωντανό.
«Jurassic World: Rebirth»: Η ετυμηγορία







Απάντηση