.

“Ζέστη, κουφόβραση, λιοπύρι, καύσων” και ο Σωτήρης Μουστάκας στην ατάκα του εθνικού καλοκαιριού

1–2 λεπτά

Καλοκαίρι στην Ελλάδα των ’80s. Η τηλεόραση παίζει σε λούπα διαφημίσεις για παγωτά, τα μπαλκόνια μυρίζουν γεμιστά και οι ανεμιστήρες στριφογυρίζουν μάταια, προσπαθώντας να δαμάσουν το λιοπύρι. Ζέστη, κουφόβραση, καύσων, μια χώρα να βράζει, κι ένας άνθρωπος –ο Σωτήρης Μουστάκας– να βρίσκει τη λύση: το γέλιο.

Γιατί μόνο αυτός μπορούσε να πάρει έναν καύσωνα 42 βαθμών και να τον κάνει κωμικό μονολόγο. Να ιδρώνει όχι από τον ήλιο, αλλά από το «τρέξιμο» των σκηνών του, γεμάτες φαρσική ένταση και εκείνο το μοναδικό στυλ που έκανε ακόμη και τη ζέστη να μοιάζει με σεναριακό ατού.

Στον «Ροζ Γάτο», μια από τις πιο απολαυστικές στιγμές των 80’s, ο Σωτήρης Μουστάκας δεν πρωταγωνιστεί απλώς — κυριαρχεί. Είναι ο θρησκόληπτος καθηγητής που, μόλις πέσει ο ήλιος και το λιοπύρι, μετατρέπεται (εν υπνώσει!) σε σαγηνευτικό μπαρόβιο που κατακτά τις γυναίκες με τρόπο τόσο αμήχανα ξεκαρδιστικό.

Η σκηνή με τον μονόλογο «Ζέστη, κουφόβραση, λιοπύρι, καύσων…» δεν είναι απλώς ατάκα. Είναι πλέον μέρος του εθνικού μας καλοκαιριού. Όπως το νερό στο λάστιχο, τα τζιτζίκια και το καρπούζι στο ψυγείο. Είναι η στιγμή που η υποκριτική μεγαλοφυΐα του Μουστάκα συναντά την απλότητα μιας εποχής που δεν είχε CGI, αλλά είχε ψυχή – και πολύ… ιδρώτα.

Δίπλα του, ο Πάνος Μιχαλόπουλος σε ρόλο μέντορα στις… γυναικείες κατακτήσεις, και πλήθος παρουσιών που σήμερα θεωρούνται cult – από την Έφη Πίκουλα μέχρι την πρώτη εμφάνιση της Βάνας Μπάρμπα. Όλοι κάτω από τον ίδιο καλοκαιρινό ήλιο, όλοι κομπάρσοι σε ένα πανηγύρι δροσιάς μέσα στην κουφόβραση του ελληνικού καλοκαιριού.

Κι αν δεν έχετε δει ακόμη τον «Ροζ Γάτο», κάντε το φέτος. Όχι επειδή θα δροσιστείτε – το αντίθετο. Θα ιδρώσετε απ’ το γέλιο. Αλλά θα ευχαριστηθείτε έναν Σωτήρη Μουστάκα που, ακόμη κι όταν ο υδράργυρος σπάει τα θερμόμετρα, βρίσκει τον τρόπο να μας κάνει να ξεχνάμε το καύσων, το λιοπύρι, τη ζέστη και την κουφόβραση. Και αυτό, καλοί μου φίλοι, είναι σκέτη τέχνη.

Αφήστε μια απάντηση