Υπάρχουν ορισμένες ταινίες της καλοκαιρινής περιόδου που στήνονται τόσο στιλάτα, με τόση λάμψη, αστέρες και δόσεις θεάματος, που σε κερδίζουν πριν καλά-καλά αρχίσουν. Το F1 The Movie είναι ακριβώς αυτό: ένα κινηματογραφικό μονοθέσιο υψηλών στροφών, ένα δράμα αγώνων ταχύτητας με φουτουριστική λάμψη, που αφήνει τη σκέψη πίσω του σαν καυσαέρια. Μπαίνεις στην αίθουσα με την επιθυμία να νιώσεις τη φόρτιση της ταχύτητας – και, ναι, ο σκηνοθέτης Τζόζεφ Κοσίνσκι (Top Gun: Maverick) σου την προσφέρει απλόχερα.
Η ταινία ξεκινάει με γκάζι: υπό τους ήχους του «Whole Lotta Love» των Led Zeppelin, ο Σόνι Χέις (Μπραντ Πιτ), πρώην σταρ της Formula 1 και νυν ξεπεσμένος ελεύθερος επαγγελματίας, βγαίνει από το βανάκι όπου ζει, βυθίζει το πρόσωπό του σε πάγο και κατευθύνεται προς το pit stop της Daytona. Από το τίποτα, αναλαμβάνει τη νυχτερινή βάρδια και οδηγεί την ομάδα του από τα αζήτητα στην κορυφή με μια στροφή στον διάολο. Είναι μια σκηνή που σε γραπώνει – και δεν σ’ αφήνει μέχρι τα φώτα της καρό σημαίας.
Οι σκηνές αγώνων είναι εξαιρετικές. Η κάμερα αγκαλιάζει τους αγώνες με υπερμοντέρνα αισθητική, σαν τα αυτοκίνητα να είναι μεταλλικά πτηνά από το μέλλον. Η μουσική του Χανς Ζίμμερ ντοπάρει το κοινό με industrial εντάσεις τύπου «Challengers», ενώ οι αγώνες σε κάνουν να κολλάς στο κάθισμα. Όμως το πρόβλημα δεν είναι τα άλογα – είναι η πλοκή που δεν μπορεί να τρέξει με την ίδια χάρη.
Παραγωγή του Τζέρι Μπρουκχάιμερ και σενάριο του Έρεν Κρούγκερ (γνωστού για επανεκκινήσεις όπως το «Dumbo» και «Transformers»), το «F1» βουτάει με τα μούτρα σε παλιούς κινηματογραφικούς τύπους: μοναχικός ήρωας με σκοτεινό παρελθόν, νεαρός αντίπαλος, ερωτικό ενδιαφέρον, εταιρικά διλήμματα. Ο Σόνι ήταν κάποτε πρωταθλητής, μέχρι που ένα ατύχημα –σε μια σκηνή που χρησιμοποιεί πραγματικά πλάνα από τον φρικτό τραυματισμό του Μάρτιν Ντόνελι το 1990– διέκοψε τη διαδρομή του. Τώρα επιστρέφει, χάρη σε πρόταση του παλιού του συναθλητή Ρούμπεν (Χαβιέρ Μπαρδέμ), που ψάχνει να σώσει την ομάδα του από οικονομικό ναυάγιο.
Και φυσικά, υπάρχει ο νεαρός και ταλαντούχος Τζος (Ντάμσον Ίντρις), με τον οποίο ο Σόνι θα συγκρουστεί – πριν συνεργαστούν – τόσο εντός όσο και εκτός πίστας. Η Κέρι Κόντον ενσαρκώνει την τεχνική διευθύντρια της ομάδας (και πρώτη γυναίκα σε τέτοια θέση στο F1 σύμπαν), αλλά παρά την προσπάθεια του σεναρίου να δώσει βάθος, ο ρόλος της μοιάζει με το καθιερωμένο “ερωτικό αντίβαρο”.
Η δομή θυμίζει έντονα τις παλιές, στιλιζαρισμένες παραγωγές των Σίμπσον/Μπρουκχάιμερ – περισσότερη φόρμα, λιγότερη ουσία. Και ενώ ταινίες όπως το «Ford v Ferrari» κατόρθωσαν να κάνουν το σασπένς να απογειώνεται μέσα από τους ίδιους τους αγώνες, εδώ οι 9 τελευταίοι Grand Prix του πρωταθλήματος περνούν φευγαλέα, χωρίς να κτίζεται ποτέ μια δραματουργική κορύφωση. Η δράση είναι αποσπασματική και μερικές φορές χαοτική, ενώ τα σχολιαστικά voice-over των εκφωνητών εξηγούν περισσότερα απ’ ό,τι δείχνει η ίδια η ταινία.
Και κάπου εκεί, όταν ξεκινούν να μιλούν για «μαλακές γόμες» και φθαρμένα λάστιχα, το κοινό αναγκάζεται να δεχτεί τα πάντα… με πίστη – όχι με κατανόηση. Η ταινία δεν αφιερώνει ποτέ χρόνο για να εισάγει τους θεατές στον κόσμο της Formula 1· υποθέτει πως τα ξέρουμε ήδη όλα.
Ο Κοσίνσκι έχει την τεχνογνωσία για να φτιάξει αξέχαστες αερομαχίες («Top Gun»), αλλά εδώ, περιορισμένος εντός των πίστες, χάνει την ευκαιρία να δώσει μια πιο καθαρή, πανόραμική εικόνα. Η ταχύτητα και το ρίσκο δεν αρκούν. Υπάρχει, βέβαια, μια θεαματική σύγκρουση, αλλά ακόμα κι αυτή ξεχνιέται γρήγορα – όπως και οι συνέπειές της.
Σε μια παλιά σκηνή του «Grand Prix», μια γυναίκα ρωτά γιατί οι οδηγοί κάνουν ό,τι κάνουν, και παίρνει την απάντηση: «Είναι υπέροχο να πηγαίνεις πολύ γρήγορα». Το «F1» αποτυπώνει αυτή την υπέροχη ταχύτητα, αλλά ξεχνά πως για να φτιάξεις υπέροχο σινεμά χρειάζεσαι κάτι παραπάνω από βενζίνη και θόρυβο. Χρειάζεσαι και ψυχή.







Αφήστε μια απάντηση